Quelle, Foundation of the Hellenic World


Η Βιέννη έδρα της αψβουργικής αυτοκρατορικής εξουσίας το 18ο αιώνα εξελίσσονταν σε ακμαίο εμπορικό, τραπεζιτικό και πνευματικό κέντρο κι αποτέλεσε -μεταξύ των άλλων πόλεων στην επικράτεια της μοναρχίας- σημαντικό πόλο έλξης για τους ορθόδοξους Έλληνες εμπόρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως από το 17ο αιώνα και εξής. Μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής της αψβουργικής μοναρχίας και της επιδίωξής της να διεισδύσει στις αγορές της Ανατολής και με την υπογραφή των διάφορων αυστροτουρκικών συνθηκών των αρχών του 18ου αιώνα δημιουργήθηκαν ευνοϊκότατες προϋποθέσεις για την εμπορική δραστηριοποίηση των ορθόδοξων βαλκάνιων εμπόρων στην ίδια την πρωτεύουσα του αυστριακού κράτους. Η αυστριακή κυβέρνηση χορηγώντας προνόμια και βραβεία στους καλύτερους εμπόρους προσέλκυε τους έλληνες εμπόρους, η παρουσία των οποίων στη Βιέννη μαρτυρείται από το 1600 περίπου αλλά έγινε πιο συστηματική και δυναμική κατά το 18ο αιώνα.

Δημογραφική εικόνα

Στην καισαροβασιλική πρωτεύουσα έφτασαν έλληνες και άλλοι ορθόδοξοι οθωμανοί υπήκοοι που προέρχονταν κυρίως από την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Οι συχνότερα αναφερόμενοι ως τόποι καταγωγής των παροίκων αυτών κατά τον 18ο αιώνα είναι οι εξής: Αμπελακια, Κοζάνη, Σιάτιστα, Σέρρες, Σέλιτσα, Βογατσικό, Καστοριά, Κλεισούρα, Βλάστη, Σέρβια, Νάουσα, Βέροια, Μελένοικο, Μετσοβο, Μοσχόπολη, Μοναστήρι, Τύρναβος καθώς και πόλεις της Μικράς Ασίας, της Θράκης ακόμη και των νησιών του Αρχιπελάγους κατα τον 19ο αιώνα. Αναφορικά με τον αριθμό των Ελλήνων (Γραικών και Βλάχων) της Βιέννης γνωρίζουμε ότι στα 1767 καταγράφηκαν στην αυστριακή πρωτεύουσα 79 Γραικοί και Βλάχοι ορθόδοξοι οθωμανοί υπήκοοι. Αν στον αριθμό αυτό προστεθούν οι γυναίκες και τα παιδιά τους, τότε οι Γραικοί και Βλάχοι της Βιέννης πρέπει να άγγιζαν τους 300 στα 1767 ενώ ανήλθαν στις 4000 στα 1814, περίοδο ακμής της ελληνικής παροικίας. (βλ. Plφchl, Die Wiener Orthodoxen Griechen..., 24-25). Οι σχέσεις των παροίκων αυτών τόσο μεταξύ τους, όσο και με τους ντόπιους κατοίκους παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η διοικητική κι εκκλησιαστική διαίρεση των Ελλήνων με βάση την υπηκοότητά τους σε δύο κοινότητες είχε σα συνέπεια την ανεξάρτητη δράση των δύο αυτών κοινοτήτων και την ψυχολογική διάσταση μεταξύ των μελών τους. Η δραστηριότητα και ο βίος της κάθε κοινότητας ήταν ανεξάρτητα αλλά κοινή ήταν η ιδιοκτησία τους στο ελληνικό τμήμα του νεκροταφείου Σανκτ-Μαρξ της Βιέννης, όπου ενταφιάζονταν και άλλοι ορθόδοξοι. Γεγονός, πάντως, είναι ότι γρήγορα οι Έλληνες κατόρθωσαν να κυριαρχήσουν στην τοπική κοινωνία και, προσφέροντας σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό έργο, να προβληθούν και πολλοί από αυτούς να τιμηθούν με τίτλους ευγενείας και σημαντικά αξιώματα.

Το εμπόριο και οι έμποροι

Η Βιέννη απέβη αξιόλογο εμπορικό κέντρο ιδιαίτερα κατά το 18ο και 19ο αιώνα, καθώς η επίκαιρη θέση της μεταξύ της κεντρικής Ευρώπης και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ο Δούναβης που κυλούσε δίπλα της της προσκόμιζαν σημαντικά οφέλη. Τα εμπορεύματα που προέρχονταν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αποθηκεύονταν στη Βιέννη και από εκεί αποστέλλονταν στην υπόλοιπη Αυστρία, Γερμανία, βόρεια Ιταλία και Γαλλία. Επίσης, στην αυστριακή πρωτεύουσα λάμβαναν χώρα και δύο εμπορoπανηγύρεις κάθε χρόνο, οι οποίες προσέλκυαν πλήθος εμπόρων και προσέδιδαν ζωηρή εμπορική κίνηση στην πόλη. Τέλος, η Βιέννη διέθετε χρηματιστήριο και τράπεζα ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα, πράγμα που διευκόλυνε πολύ τους εμπόρους στις συναλλαγές τους. Τα πλεονεκτήματα αυτά, σε συνδυασμό με τα προνόμια και τις διευκολύνσεις που η αψβουργική κυβέρνηση παραχωρούσε στους βαλκάνιους εμπόρους, οδήγησαν πλήθος ελλήνων εμπόρων στη Βιέννη ήδη από το τέλος του 17ου αιώνα.

Νοοτροπίες

Οι έλληνες έμποροι στη Βιέννη αποτελούσαν τους φορείς της νέας αστικής τάξης που εμφανίστηκε και ισχυροποιήθηκε την εποχή αυτή στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Συσσωρεύοντας υλικό πλούτο αναδείχτηκαν και κοινωνικά, έγιναν εξέχοντα μέλη της τοπικής κοινωνίας, απέκτησαν τίτλους ευγενείας (π.χ. τον τίτλο του βαρόνου πήραν οι έμποροι Κωνσταντίνος Μπέλιος, Γεώργιος Σίνας κ.ά.), ενώ πολλοί ανήλθαν σε σημαντικα δημόσια αξιώματα όπως ο φιλόλογος Θεόδωρος Καραγιάννης που διορίστηκε διευθυντής της Αυστριακής Ακαδημίας των Επισατημών της Βιέννης και της Αυτοκρατορικής Βιβλιοθήκης, Μιχαήλ Στ. Δούμπας Διοικητής της Καισαροβασιλικής Εθνικής Τράπεζας κι ο αδελφός του ο μαικήνας Νικόλαος Δούμπας εξελέγη γερουσιαστής και διετέλεσε μυστικοσύμβουλος του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ Α. Οι αστοί αυτοί ασπάστηκαν τις νέες φιλελεύθερες ιδέες της εποχής και παρακολουθούσαν από κοντά τα πολιτικά τεκταινόμενα του κόσμου τους. Οι φιλολογικές, οικονομικές και πολιτικές συζητήσεις στα διάφορα καφενεία της Βιέννης όπου σύχναζαν, οι συγκεντρώσεις στα σπίτια και η επίδοση σε τυχερά παιχνίδια φαίνεται πως αποτελούσαν τις συνηθέστερες μορφές διασκέδασης για τους απόδημους αυτούς. Όσοι, όμως, είχαν πάρει την αυστριακή υπηκοότητα ή είχαν νυμφευτεί Αυστριακές φαίνεται πως αφομοιώνονταν σταδιακά όλο και περισσότερο από το ντόπιο περιβάλλον. Ωστόσο, υπήρχαν ανάμεσα σε αυτούς τους έλληνες παροίκους και αρκετοί που ζούσαν με το όραμα της επιστροφής στην πατρίδα τους, όταν αυτή θα ήταν ελεύθερη, και αγωνίζονταν για το σκοπό αυτό υποστηρίζοντας οικονομικά την ανέγερση σχολείων και εκκλησιών και την αποστολή βιβλίων για την πνευματική αφύπνιση και επαναστατική προετοιμασία των συμπατριωτών τους. Πολλοί μάλιστα επέστρεψαν στους τόπους καταγωγής τους και έχτισαν εκεί ωραιότατα αρχοντικά σπίτια κατά το πρότυπο των ευρωπαϊκών, τα οποία εξόπλισαν με έπιπλα και διακοσμητικά αντικείμενα δυτικής μόδας και κατασκευής. Πολλά από αυτά σώζονται μέχρι σήμερα σε αρκετές πόλεις της δυτικής -κυρίως- Μακεδονίας.

πνευματική δραστηριότητα

οι Έλληνες της Βιέννης έχουν να επιδείξουν σημαντική κι εκτεταμένη πνευματική δραστηριότητα, κυρίως στο χώρο της τυπογραφίας και της έκδοσης ελληνικών βιβλίων, εφημερίδων και περιοδικών. Τα τυπογραφεία που συνδέθηκαν με την εκδοτική προσπάθεια των Ελλήνων της Βιέννης διακρίνονταν σε εκείνα που ανήκαν σε βιεννέζους τυπογράφους οι οποίοι τύπωναν και ελληνικά βιβλία και σε εκείνα που ιδρύθηκαν από έλληνες τυπογράφους στην αυστριακή πρωτεύουσα.

Οι κυριότεροι έλληνες τυπογράφοι ήταν:

α) ο Γεώργιος Βεντότης, ο οποίος ίδρυσε το τυπογραφείο του στα 1785 και συνεργαζόμενος με τον εκδότη Πολυζώη Λαμπανιτζιώτη έφερε εις πέρας λαμπρές εκδόσεις μέσα στο πλαίσιο του πνεύματος του νεοελληνικού Διαφωτισμού, συγκαταλεγόμενος επίσης στους συνεργάτες του Ρήγα Φεραίου και

β) οι σιατιστινοί αδελφοί Γεώργιος και Πούμπλιος Μαρκίδες Πούλιου, οι οποίοι ανέλαβαν το τυπογραφείο του Ιωσήφ Βαουμάιστερ, όταν αυτός κλήθηκε να διδάξει τους πρίγκιπες του αυστριακού θρόνου. Oι αδελφοί Πούλιου προέβησαν στην έκδοση της "Eφημερίδος", σημαντικού ελληνικού ειδησεογραφικού φύλλου που άρχισε να κυκλοφορεί στα 1790 και έπαψε βίαια στα 1797 με το κλείσιμο του τυπογραφείου μετά τη σύλληψη του Ρήγα, καθώς οι δύο αδελφοί ήταν από τους βασικούς συνεργάτες του Ρήγα.

Aκόμη, στα 1784 ο Γεώργιος Bεντότης εξέδωσε στα ελληνικά άλλη "Eφημερίδα" η οποία, όμως, υπήρξε εξαιρετικά βραχύβια και μικρής εμβέλειας. Στη Βιέννη, εκτός από τις παραπάνω δύο απόπειρες έκδοσης δημοσιογραφικού οργάνου στα ελληνικά, κυκλοφόρησαν και άλλες σημαντικές εφημερίδες, όπως οι "Ειδήσεις διά τα Ανατολικά μέρη" με εκδότες τον Ιωσήφ Φραγκίσκο Χαλλ και τον Ευφρόνιο Ραφαήλ Πόποβιτς. Η εφημερίδα άρχισε να εκδίδεται στα 1811 και είχε περιορισμένη χρονική και ουσιαστική εμβέλεια, ενώ στα 1812 έδωσε τη θέση της στον "Ελληνικό Τηλέγραφο" με εκδότη το Δημήτριο Αλεξανδρίδη, ανιψιό του 'Ανθιμου Γαζή. Ο "Ελληνικός Τηλέγραφος" αποδείχτηκε πολύ μακροβιότερη εφημερίδα, αφού κυκλοφόρησε ως το 1836 ενημερώνοντας τους αναγνώστες της για θέματα κυρίως οικονομικά και πολιτικά, ενώ από το 1817 εκδιδόταν παράλληλα και ο "Φιλολογικός Τηλέγραφος" ως συμπλήρωμα του κύριου φύλλου με θέματα φιλολογικά και πολιτισμικά. Παράλληλα, κυκλοφόρησαν στην αυστριακή πρωτεύουσα και ελληνικά φιλολογικά περιοδικά, με κυριότερα τα εξής: α) "Ερμής ο Λόγιος" που άρχισε να εκδίδεται από τον 'Ανθιμο Γαζή στα 1811 και τερμάτισε την πορεία του με την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης στα 1821. Ωστόσο, η κυκλοφορία του δεν υπήρξε απρόσκοπτη καθ' όλη αυτή τη διάρκεια, αλλά επηρεάστηκε από τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε το περιοδικό. Έτσι, με μειωμένα τεύχη κυκλοφόρησε το περιοδικό κατά τα έτη 1814, 1815 ενώ ήδη από το 1812 και ως το 1815 παρατηρούνταν επανειλημμένες αλλαγές των υπεύθυνων εκδοτών σε μια προσπάθεια εξεύρεσης οικονομικών πόρων και διάσωσης του περιοδικού, το οποίο έφτασε τελικά στην καλύτερη στιγμή του κατά την πενταετία 1816-1821. Η ύλη του περιοδικού -καθ' όλη τη διάρκεια της κυκλοφορίας του- συνδυάζοντας το ελληνικό με το ευρωπαϊκό στοιχείο περιλάμβανε φιλολογικές και πολιτισμικές ειδήσεις που θα συντελούσαν στη μετακένωση των ιδεών της δυτικής σκέψης και παιδείας στον ελληνικό κόσμο, ενώ η γλώσσα του προπαγάνδιζε τη χρήση της κοινής νεοελληνικής γλώσσας. β) "Η Καλλιόπη" που εκδόθηκε ως αντίπαλο δέος στο Λόγιο Ερμή από τον Αθανάσιο Σταγειρίτη και κυκλοφόρησε από το 1819 ως το 1821 προορισμένη να καταστεί το όργανο των οπαδών του γλωσσικού αρχαϊσμού της εποχής. Τέλος, τη Βιέννη επέλεξαν ως τόπο έκδοσης των βιβλίων τους πολλοί έλληνες λόγιοι προσπαθώντας να συντελέσουν στην πνευματική αφύπνιση του υπόδουλου Γένους. Ο Ιώσηπος Μοισιόδακας, ο Ρήγας Φεραίος, ο Πολυζώης Κοντός, ο 'Ανθιμος Γαζής, ο Νεόφυτος Δούκας είναι λίγοι μόνο από αυτούς που ήρθαν στην αυστριακή πρωτεύουσα για να εκδώσουν τα βιβλία τους ή να μεταφράσουν στα ελληνικά ξενόγλωσσα αξιόλογα έργα. Έτσι, από τα τυπογραφεία της Βιέννης κυκλοφόρησαν βιβλία θρησκευτικά, διδακτικά-εκπαιδευτικά, ημερολόγια, μεταφράσεις, εκδόσεις αρχαίων συγγραφέων, θεατρικά έργα -πρωτότυπα ή σε μετάφραση- και ποιητικές συλλογές. Αυτή η εκδοτική δραστηριότητα κατέστησε τη Βιέννη την αξιολογότερη πνευματική εστία του ελληνισμού της εποχής, το "εργαστήριον της νέας των Γραικών φιλολογίας" κατά το χαρακτηρισμό του Κοραή.

Πολιτική δραστηριότητα

Οι πάροικοι στη διεθνή συγκυρία (15ος-19ος αι.)

Οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης βρήκαν πρόσφορο έδαφος διάδοσης μεταξύ των ελλήνων παροίκων της Βιέννης. Οι έλληνες διανοούμενοι της αυστριακής πρωτεύουσας ασπάστηκαν τις γαλλικές διακηρύξεις περί ισότητας, δημοκρατίας και ελευθερίας, διάβασαν και μετέφρασαν τα έργα των γάλλων διαφωτιστών -Montesqieu, Rousseau, Voltaire- και δημοσίευσαν στις ελληνικές εφημερίδες που εκδίδονταν στη Βιέννη τη γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Παράλληλα, η προσδοκία λυτρωτικής επέμβασης του Ναπολέοντα στην Ανατολή μετέφερε τον επαναστατικό προβληματισμό των Ελλήνων από το θεωρητικό στο πρακτικό επίπεδο και ώθησε πατριώτες, όπως ο Ρήγας, να επιδιώξουν προσωπική επαφή με το Βοναπάρτη. Τέλος, τα δημοκρατικά φυλλάδια με τον προγραμματικό τους χαρακτήρα και την κωδικοποίηση των επαναστατικών αρχών παρείχαν το πρότυπο για τη σύνταξη των δημοκρατικών πολιτευμάτων που οραματίζονταν κάποιοι λόγιοι της διασποράς, όπως ο Ρήγας.

Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Αγίου Γεωργίου Βιέννης κι Ελληνική Επανάσταση του 1821

Αποφασιστική υπήρξε η συμβολή των Ελλήνων της Βιέννης στην Ελληνική Επανάσταση και ιδιαίτερα στο στάδιο της ιδεολογικής και πρακτικής προετοιμασίας της. Τα ελληνικά βιβλία, οι εφημερίδες, οι ξένες μεταφράσεις που βγήκαν από τα ελληνικά τυπογραφεία της Βιέννης διοχετεύονταν και στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο, συμβάλλοντας στην πνευματική αφύπνιση και ιδεολογική εξοικείωση των υπόδουλων Ελλήνων με τις επαναστατικές ιδέες της εποχής. Την αυστριακή πρωτεύουσα, όμως, επέλεξε και ο Ρήγας Φεραίος για να εκδώσει το επαναστατικό του υλικό σχεδιάζοντας τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Στο τυπογραφείο των Μαρκίδων Πούλιου τύπωσε το επαναστατικό του μανιφέστο σε 3000 αντίτυπα, τους περίφημους χάρτες του και τη χαλκογραφία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, προοριζόμενα όλα να φτάσουν στην υπόδουλη πατρίδα. Επίσης, στη Βιέννη στρατολόγησε από τους εκεί εγκατεστημένους Έλληνες τους πρώτους συνεργάτες του, πολλοί από τους οποίους βρήκαν μαρτυρικό θάνατο μαζί του (Θ. Τουρούτζιας, Παν. και Ιωάννης Εμμανουήλ κ.ά.), ενώ γρήγορα ο κύκλος των οπαδών του περιέλαβε Έλληνες και από άλλες παροικίες για τη συνέχιση και ολοκλήρωση του έργου του. Με τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας πολλοί Έλληνες της Βιέννης μυήθηκαν στους κόλπους της και αρκετοί κατατάχθηκαν στον Ιερό Λόχο του Υψηλάντη που καταρρακώθηκε στη μάχη του Δραγατσανίου (π.χ. Γεώργιος Λασσάνης), ενώ άλλοι μετέβησαν στην επαναστατημένη Ελλάδα για να αγωνιστούν εκεί. Οι ελληνικές Κοινότητες της Βιέννης υποστήριξαν οικονομικά την Επανάσταση στέλνοντας χρήματα κι εφόδια, αλλά προσέφεραν και ηθική συμπαράσταση υποδεχόμενες και περιθάλπτοντας γυναικόπαιδα από την επαναστατημένη Ελλάδα και αγωνιστές από άλλες χώρες που χρησιμοποιούσαν τη Βιέννη ως ενδιάμεσο σταθμό για τη μετάβασή τους στον ελληνικό επαναστατημένο χώρο

 


Εξώφυλλο του Λογίου Ερμή του έτους 1817.

Στη Βιέννη εκδόθηκαν διάφορα φιλολογικά περιοδικά που βοήθησαν στη διάδοση των ιδεών του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Εδώ: Σελίδα τίτλου του φιλολογικού περιοδικού "Λόγιος Ερμής" (1811-1821). Κουμαριανού, Αικ., Ο Ελληνικός Προεπαναστατικός Τύπος, Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, σ. 203, εικ. 3. Αθήνα, Συλλογή Αικ. Κουμαριανού.
Ο "Ελληνικός Τηλέγραφος" (1812-1836) υπήρξε μια από τις μακροβιότερες ελληνικές εφημερίδες της Βιέννης. Εδώ: Η πρώτη σελίδα του φύλλου της 2ας Ιανουαρίου 1813. Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Βουλής. Κουμαριανού, Αικ., Ο Ελληνικός Προεπαναστατικός Τύπος, Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, σ. 203, εικ. 4. © Βιβλιοθήκη της Βουλής, Αθήνα
Στη Βιέννη οι έλληνες πάροικοι προχώρησαν σε έκδοση εφημερίδων και περιοδικών. Εδώ: Οι "Ειδήσεις διά τα Ανατολικά Μέρη" ήταν από τις σημαντικότερες ελληνικές εφημερίδες της Βιέννης, 1811 Πρώτη σελίδα του φύλλου της 2ας Ιουλίου 1811. Αθήνα, Βιβλιοθήκη της Βουλής. Κουμαριανού, Αικ., Ο Ελληνικός Προεπαναστατικός Τύπος, Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, σ. 202, εικ. 2. © Βιβλιοθήκη της Βουλής, Αθήνα Η οικογένεια Σίνα απέκτησε μεγάλη οικονομική και, κατ' επέκταση, πολιτική δύναμη στις πόλεις της Ουγγαρίας και διαδραματιζε σημαντικο ρολο στα οικονομικα πραγματα της Αυστροουγγαρίας. Εδώ: Προσωπογραφία του Σίμωνος Σίνα. Ελαιογραφία του Ιω. Σκαρλάτου. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Eκδοτική Αθηνών, σ. 266. Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών. © Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα.
Oι έμποροι-μέλη των ελληνικών Κομπανιών της Τρανσυλβανίας υπήρξαν ένθερμοι οπαδοί του Ρήγα Φεραίου και του οράματός του. Εδώ: Ο Ρήγας Φεραίος-Βελεστινλής. Ελαιογραφία. Έργο του Α. Κριεζή. Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη, αρ. ευρ. 11176. Fotopoulos, D., Delivorrias, A., Greece at the Benaki Museum, Benaki Museum, Athens 1997, σ. 504, εικ. 892.
Ο 'Aνθιμος Γαζής διατέλεσε εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου της Βιέννης. Εδώ: Προσωπογραφία του 'Aνθιμου Γαζή, 1809. Χαλκογραφία. Γαζής, Ανθ., Λεξικόν Ελληνικόν..., τ. Α', Βενετία 1806. Αθήνα, Εθνική Βιβλιοθήκη. Θησαυροί της Εθνικής Βιβλιοθήκης, Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, Αθήνα 1999, σ. 130. © Εθνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.
Die Griechische Kirche am Fleischmarkt Rudolf von Alt (1812-1905) Stahlstich koloriert