Προνόμια

Η ελληνική παρουσία στη Βιέννη ανάγεται στους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Βυζαντινές πριγκίπισσες από τον αυτοκρατορικό οίκο των Κομνηνών και των Λασκάρεων παντρεύτηκαν με δούκες του Οίκου Babenberg τον 12ο και 13ο αιώνα αντίστοιχα.

Στους νεότερους χρόνους η γένεση της ιστορικής ελληνικής παροικίας της Βιέννης ανάγεται στις αρχές του 18ου αιώνα. Ήδη από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα άρχισαν να καταφθάνουν στην Βιέννη Έλληνες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η εγκατάσταση των Ελλήνων Τουρκομεριτών στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων ευνοήθηκε από τις διμερείς συνθήκες του Κάρλοβιτς(1699), Πασσάροβιτς (1718), Βελιγραδιού(1739) και Κιουτσούκ Καιναρτζή (1774)
Οι Έλληνες έμποροι στη Βιέννη κατάγονταν κυρίως από την Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Μετά την καταστροφή το 1822 της Χίου εγκαταστάθηκαν στη Βιέννη οικογένειες από το νησί.

Οι ομογενείς που συγκροτούσαν στη Βιέννη την εμπορική κομπανία προσπάθησαν ευθύς αμέσως μετά την εγκατάσταση τους να πετύχουν την ελεύθερη κι απρόσκοπτη άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων.
Αρχικά φαίνεται να είχανε και την υποστήριξη του πρέσβη της Υψηλής Πύλης στην αυτοκρατορική Αυλή των Αψβούργων, του Φαναριώτη Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου. Το γεγονός αυτό πιστοποιεί η λειτουργία του πρώτου ορθοδόξου παρεκκλησίου των Τουρκομεριτών Ρωμιών στην πρεσβευτική κατοικία πριν το 1709.
Το παρεκκλήσι αυτό ήταν αφιερωμένο στον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Γεώργιο κι η Αδελφότητα των Ελλήνων εμπόρων Οθωμανών υπηκόων έφερε έκτοτε αυτή την επωνυμία.
Το 1723 ύστερα από μεσολάβηση του πρίγκιπα Ευγενίου της Σαβοΐας ο αυτοκράτορας Κάρολος 6ος εξέδωσε σχετικό διάταγμα σύμφωνα με το οποίο έδινε την άδεια στην Αδελφότητα των Ελλήνων εμπόρων να έχει το δικό της ναό και ταυτόχρονα επιτρέπονταν στα μέλη της η ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Τότε ενοικιάστηκε από την Αδελφότητα στο ιδιωτικό κτίριο Dempfingerhof (Seittenstettengasse) χώρος όπου ιδρύθηκε ο πρώτος επώνυμος του Αγίου Γεωργίου Ναός. Εξαιτίας της προβολής προσκομμάτων στην αυτόνομη λειτουργία του Ναού και του αυτοδιοίκητου της Αδελφότητας από τη σερβική Αρχιεπισκοπή του Κάρλοβιτς, οι Έλληνες έμποροι επικαλέστηκαν την προηγούμενη αυτοκρατορική άδεια και προσέφυγαν στο Αυλικό Πολεμικό Συμβούλιο το οποίο απάντησε ευνοϊκά στο αίτημα τους στις 9 Ιουνίου 1726 επαναβεβαιώνοντας τα αρχικά τους προνόμια.

Μερικά χρόνια αργότερα (1730) όπως μαρτυρούν έγγραφα από το 1760 η Αδελφότητα ενοικίασε χώρο στο γειτονικό Steyerhof και εγκατέστησε εκεί το Ναό. Βασικό μέλημα των μελών της Αδελφότητας ήταν η περιφρούρηση της νομικής και πνευματικής τους ανεξαρτησίας έναντι της σερβικής Αρχιεπισκοπής του Κάρλοβιτς και τις επεμβάσεις των ιερατικών της προϊσταμένων.
Μετά από αλλεπάλληλες προστριβές με τους Σέρβους αρχιερείς της Αρχιεπισκοπής του Κάρλοβιτς ακολούθησαν έγγραφες διαμαρτυρίες της Αδελφότητας προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Υψηλή Πύλη και την αυτοκρατορική Αυλή των Αψβούργων.
Οι Έλληνες έπειτα από αγώνες δεκαετιών, κατάφεραν την έκδοση διατάγματος από την Αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία στις 2 Μαρτίου 1776 που επαναβεβαίωσε τα παραχωρηθέντα από τον Κάρολο 6ο προς αυτούς προνόμια. Τα προνόμια αυτά αναγνώρισε, διεύρυνε κι επιβεβαίωσε ο Ιωσήφ 2ος το 1783, Λεοπόλδος 2ος το 1791 κι ο Φραγκίσκος 2ος το 1794.

Σύμφωνα με τα καισαροβασιλικά προνομιακά διατάγματα η Αδελφότητα των Ελλήνων του Αγίου Γεωργίου (τότε Οθωμανών υπηκόων) είχε αυτονομία κι αυτοδιοίκηση σε ζητήματα εσωτερικής διοίκησης και ιδιαιτέρα στα θέματα λατρείας.
Επίσης διακηρύσσονταν ο πνευματικός δεσμός των μελών της Αδελφότητας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Την διοίκηση της Κοινότητας ασκούσε από το 1777 κι εξής δωδεκαμελής επιτροπή η λεγόμενη Δωδεκάς, την οποία εξέλεγε η Γενική Συνέλευση των μελών της Κοινότητας.
Μετά την ευτυχή αυτή κατάληξη η Αδελφότητα βρέθηκε στην ανάγκη να αναζητήσει νέο χώρο για την τέλεση των θρησκευτικών της αναγκών.
Καθώς το Steyerhof είχε πωληθεί κι ο νέος ιδιοκτήτης δεν ανανέωνε το ενοικιοστάσιο η ανάγκη μετεγκατάστασης του Ναού του Αγίου Γεωργίου, σε συνδυασμό με τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες της Αδελφότητας εξαιτίας και της αριθμητικής της αύξησης, τέθηκε επιτακτικά το ζήτημα αγοράς ενός ιδιόκτητου χώρου.
Καθώς οι μη καισαροβασιλικοί υπήκοοι δεν είχαν δικαίωμα ιδιοκτησίας τη λύση έδωσε ο Κοζανίτης έμπορος Γεώργιος Καραγιάννης, ο οποίος ως καισαροβασιλικός υπήκοος αγόρασε για λογαριασμό της Αδελφότητας το οίκημα «Küss den Pfennig» το 1802. Μεταξύ 1803 και 1804 διαμορφώθηκε ο χώρος στο Ναό του Αγίου Γεωργίου με την σημερινή του μορφή στη συμβολή των οδών Griechengasse και Hafnersteig.
Στα 1883 εορτάστηκε το ιωβηλαίο της Κοινότητας. Το 1898 έγινε η πρώτη ανακαίνιση του Ναού που απέκτησε εξωτερικό κωδωνοστάσιο. Την ίδια χρονιά τέθηκε ο θεμέλιος λίθος του Οίκου της Κοινότητας. Σήμερα η Κοινότητα μεριμνά για τη διατήρηση της κληρονομιάς της και δραστηριοποιείται στα πλαίσια της Μητρόπολης Αυστρίας.

 


Στη Βιέννη εκδόθηκαν ειδικά εμπορικά εγχειρίδια για τους έλληνες έμπορους
ως πρακτικά βοηθήματα για τις συναλλαγές τους. Κοκκινάκου Κων.,Βιέννη 1809. Αθήνα, Εθνική Βιβλιοθήκη

Έλληνας έμπορος των προεπαναστατικών χρόνων, 1831. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1972

Αμέσως μετά την άφιξή τους στην Ουγγαρία οι έλληνες έμποροι φορούσαν ακόμη την τούρκικη ενδυμασία. Costumes Grecs et Turcs..., Paris 1768, πίν. 85. Aθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, A 984 q.
Οι έμποροι ταξίδευαν σε κοινές πορείες, καραβάνια, και κατά τη διάρκεια του μεγάλου ταξιδιού σταματούσαν για ξεκούραση στα λεγόμενα καραβάν-σεράγια. Βουλγαρία, 1840. Χαλκογραφία. Σχέδιο Th. Allom, Χάραξη W.F. Mote. Αθήνα, Eθνική Βιβλιοθήκη Γ. Π. 300.
Fleischmarkt am 1900